ἐπιθαλάμιος

ἐπιθαλάμιος
ἐπιθαλάμιος
belonging to a bridal
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ἐπιθαλάμιον — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem acc sg ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλαμίοις — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλαμίου — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλαμίους — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλαμίων — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλαμίῳ — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλάμια — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθαλάμιοι — ἐπιθαλάμιος belonging to a bridal masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιθαλάμιο — το (AM ἐπιθαλάμιος, ον) μσν. νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιθαλάμιο(ν) το νυφικό τραγούδι που τραγουδούνταν ομαδικά έξω από το νυφικό δωμάτιο μετά τη γαμήλια τελετή αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον νυφικό θάλαμο, ο γαμήλιος 2. (το αρσ. ή …   Dictionary of Greek

  • Полидевк — (Πολυδεύκης, Julius Pollux) из египетского города Навкратиса, ученик ритора Адриана, известный лексикограф и софист второго века по Р. Хр. Пользовался расположением императора Коммода (180 192), благодаря которому получил кафедру софистики в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”